Tag Archives: κοινωνία

ο Κώστας Σακκάς είμαι εγώ

είσαι εσύ, είμαστε όλοι. Το έχεις καταλάβει για να διαβάζεις ένα ποστ με αυτόν τον τίτλο. (Επίσης φαντάζομαι δεν είμαι η πρώτη που το γράφω.) Ο Κώστας Σακκάς λοιπόν είμαι και εγώ, όχι μόνο γιατί μπορεί να με συλλάβει, χωρίς πραγματική αιτιολογία, το εκάστοτε σύστημα γιατί διαφωνώ/αντιτίθεμαι σε αυτό, αλλά γιατί έχω τη δύναμη να το πολεμήσω μέχρι τέλους. Την έχω τη δύναμη. Όλοι μας την έχουμε. Το θέμα είναι να το δούμε. Και μετά όλα έχουν άλλη βαρύτητα και σημασία. Μετά όλα ειναι «Γερά μέχρι τη νίκη. Μέχρι το τέλος ρε». Γιατί τι σημασία έχει η ζωή (και το τέλος) όταν το αφήνεις στους άλλους και δεν το κρατάς στα χέρια σου;

(Στον Κώστα, θα ήθελα να πω ευχαριστώ για το πόσο σέβεται τη ζωή)

Advertisements

Και μετά;

Διαβάζω από το πρωί πολλά παράπονα και γκρίνιες για την ομφαλοσκόπηση που κάνουν οι πρώην εργαζόμενοι της ΕΡΤ και ότι δεν αποκαλύπτουν σκάνδαλα, δεν εκθέτουν καταστάσεις, δε δίνουν βήμα στον κόσμο που είναι εκεί και τους στηρίζει.
Να επαναστατήσουν μέσα σε 3 μέρες και να φτάσουν στο επίπεδο αντίδρασης που κάποιοι άλλοι έχουν φτάσει.
Άνθρωποι που, στην πλειοψηφία τους, ζουν μέσα στο σύστημα και δεν το έχουν αμφισβητήσει ποτέ έως τώρα, ή μπορεί και ακόμη και τώρα να μην μπορούν να δουν/ παραδεχτούν ότι πρέπει να το αμφισβητήσουν.
Άνθρωποι που τρομάζουν που βλέπουν αναρχικούς, στο προαύλιο του κτηρίου, να είναι εκεί και να τους στηρίζουν, αντί να «τα σπάνε ή να δημιουργούν μπάχαλα».
Άνθρωποι που προσπαθούν ακόμη να χωνέψουν ότι το όνειρο της μόνιμης δουλειάς, που πάσχισαν είτε με την αξία τους είτε με μέσο, γλείψιμο, κλ.π., να αποκτήσουν χάθηκε.
Άνθρωποι που δεν έχουν κατανοήσει τι «όπλο» κρατάνε στα χέρια τους και ποια είναι η δύναμή του.
Δε θέλω να δικαιολογήσω κανέναν για καμία του επιλογή και απόφαση να ζει μέσα στο κουτάκι που έφτιαξε ή έφτιαξαν άλλοι για αυτόν. Όπως θέλετε το λέτε.
Ας πούμε λοιπόν, ότι αυτοί οι άνθρωποι, κάνουν το μεγάλο βήμα και αποκαλύπτουν όλες τις βρωμιές, μας δίνουν βήμα να μιλήσουμε και αποκαλύπτουν, επιτέλους, στον κόσμο τις αλήθειες που κρύβονταν όλα αυτά τα χρόνια.
Όλοι εμείς που τα ζητάμε όλα αυτά πόσο έτοιμοι είμαστε να το πάμε παρακάτω όλο αυτό; Πόσο έτοιμοι είμαστε να αντιμετωπίσουμε ανοιχτά όλες τις αλήθειες, όταν δεν έχουμε τη θέληση να μπούμε έστω και για 2 λεπτά στα παπούτσια του άλλου και να δούμε τη ζωή από τη δική του θέση; Που δεν έχουμε το κουράγιο να παραδεχτούμε ότι ακόμη κι αν είχαμε εμείς οι «έξω» αυτό το όπλο στα χέρια μας, πάλι «σκατά» θα τα κάναμε; Όταν εξακολουθούμε να λειτουργούμε με ότι καπέλο έχουμε αποφασίσει να φοράμε και όποιος άλλος δε φοράει το ίδιο καπέλο με εμάς είναι, έστω και λίγο, εχθρός μας;

(μήπως το κλείσιμο της ΕΡΤ είναι η ωραιότερη αφορμή που μας δόθηκε να κάνουμε όλοι την ομφαλοσκόπησή μας, αντί να κράζουμε των άλλων;)


Κι όμως

Κόλλησα κι εγώ το γνωστό (πλέον) αντιφασιστικό αυτοκόλλητο στο μπακπάκ μου. Και σκεφτόμουν ότι αν είναι να μου «έρθει κάτι» θα μου έρθει από πίσω.. Σήμερα λοιπόν το πρωί, την ώρα που ανέβαινα τις κυλιόμενες σκάλες στο μετρό στο Μοναστηράκι, έπιασε η ματιά μου έναν κύριο να τρέχει να προλάβει να μπει μπροστά μου. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Εξάλλου είναι αρκετοί αυτοί που προσπαθούν να σε προσπεράσουν στις κυλιόμενες σκάλες του μετρό. Μέχρι που γύρισε χαμογελαστός και μου είπε: «τέλειο αυτό που γράφει η τσάντα σου».

20130528-235447.jpg


ο ροζ ελέφαντας

Θεωρώ ότι ζούμε ίσως στην πιο κατευθυνόμενη εποχή μετά τις Σταυροφορίες. Οι μόνες διαφορές είναι ότι θρησκεία είναι πλέον το χρήμα και ότι ως μάγισσες ονοματίζονται/χαρακτηρίζονται (κατά περίπτωση) οι πάσης φύσεως «αντισυστημικοί». Αν δεν συμπράττεις με το όποιο σύστημα θα ριχτείς στην πυρά παρουσία όλων (κυριολεκτικά μέσω των ΜΜΕ) για παραδειγματισμό και στο τέλος όλοι θα πανηγυρίσουν ανακουφισμένοι που σώθηκαν. Κάποιοι, αν τους δοθεί η ευκαιρία, θα έρθουν να φτύσουν στις στάχτες σου για να εκτονώσουν και την τελευταία ρανίδα θυμού τους, που προσπάθησες να τους μολύνεις και να τους ταράξεις τη ζωή.

Δεν είμαι τρομολάγνος, αλλά σήμερα το πρωί έμαθα ότι, κάπου στον ουρανό της Ελλάδας, εντοπίστηκε να πετάει ένας – αόρατος με γυμνό μάτι – τεράστιος ροζ ελέφαντας, ο οποίος χέζει κάτι τεράστιες πορτοκαλοκίτρινες κουράδες.
Καθώς ο τεράστιος ροζ ελέφαντας είναι σοφός, οι τεράστιες πορτοκαλοκίτρινες κουράδες θα καταλήγουν μόνο σε όσους δεν μπορούν να τον δουν.
ΠΡΟΣΟΧΗ όμως! Ούτε οι τεράστιες πορτοκαλοκίτρινες κουράδες φαίνονται με γυμνό μάτι. Παρόλα αυτά όποιος εντοπιστεί με λεκέ πορτοκαλοκίτρινης κουράδας επάνω του, θα χαρακτηρίζεται ως μολυσμένος και θα συλλαμβάνεται επί τόπου.
Ο νοών νοείτω.


προσωπική ευθύνη

Όπως συμβαίνει συχνά, σε όλους που ασχολούνται ή έχουν μπλογκ, μπήκα και έγραψα σχόλια σε πόστ που ανέβασε πρόσφατα μια φίλη και έβαλα το (μαγικό) τσεκ στο να λάμβανω τα σχόλια που αναρτώνται για το εν λόγω πόστ. Ένα από αυτά τα σχόλια είναι ο λόγος που με έκανε να γράψω σήμερα αυτό που διαβάζετε.
Μπήκε λοιπόν μια κοπέλα και με αφορμή το πόσο οι άνθρωποι γύρω μας, δεν ασχολούνται με το αν ζεις ή αν πεθαίνεις -είτε σου έχει συμβεί κάτι είτε όχι, δεν είναι αυτό το θέμα- έγραψε (ακριβής μεταφορά): «Γιά κάποια στιγμή σκέφτηκα «μπα μιθοπλασία θα’ναι» αλλά μετά απο δευτερόλεπτά μου’ ρθαν στο μυαλό οι αναμνήσεις απο τις διακοπές μου το καλοκαίρι του 7 που λόγο των κυμμάτων παραλίγο να πνιγώ στην Σάμο κ ενώ ήμουν ένα βήμα απο την ακτή τα κύματα με τράβαγαν κάτω κ κανείς δεν με βοηθούσε! Το αγόρι μου προσπαθούσε να με φτάσει γιατί ήταν πιο μέσα κ δεν μπορούσε. Δεν ξέρω καλό κολύμπι γιαυτό κ πήγα να βγώ, γιατί ένοιωθα οτι δεν το’χα. Αφού τα κύμματα με τράβηξαν τρεις φορές στον βυθό κ γθάρθιηα όπου υπήρχε δέρμα.. την τέταρτη φορά μεφτασε. Νόμιζα οτι θα πεθάνω. Δεν κουνήθηκε άνθρωπος. Ανέβηκα τις σκάλες στο κοντινό ταβερνάκι κ ζήτησα το νούμερο του ραδιοταξί. Η απάντηση? ‘Δεν θα’ρθουν τέτοια ώρα’. Με κοίταζαν απο πάνω μέχρι κάτω λες κ ήμουν πουτάνα. Δεν έχω νοιώσει μεγαλύτερη ξεφτίλα στη ζωή μου! Μετά απο αυτές τις σκέψεις.. ναι δεν θα μου κανε εντύπωση να’ναι αλήθεια!».
Δέχομαι λοιπόν ότι είμαστε απάνθρωποι και αδιάφοροι. Δε θέλουμε να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας. Όχι δεν μπορούμε. Δε θέλουμε. Το δέχομαι.

Θα ήθελα όμως να θέσω το εξής ερώτημα: για ποιο καλό λόγο, ένας άνθρωπος, ο οποίος (στην προκειμένη πάντα περίπτωση) δε γνωρίζει καλό μπάνιο, μπαίνει στη θάλασσα με κύμα και του φταίει ο άλλος (ο όποιος άλλος και ο σύντροφός του ακόμη) που δε δείχνει την προθυμία να πάει να τον σώσει; Με πόση επίγνωση, του πόσο καλός κολυμβητής είναι, μπήκε στη θάλασσα; Πώς ρίχνει ευθύνες στους υπόλοιπους όταν δεν έχει εξ αρχής πάρει τη δική του ευθύνη; Γνωρίζει – ως μέτριος κολυμβητής, τι σημαίνει προσπαθώ να σώσω κάποιον που πνίγεται και πόσο επικίνδυνο είναι και για τους δύο, αν κι ο «εθελοντής» διασώστης, δεν έχει τουλάχιστον κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις; Ότι, επίσης, πρέπει να είναι σε αρκετά καλή φυσική κατάσταση προκειμένου να μην πάμε και οι δύο άπατοι;
Φαντάζομαι δεν έχει σημασία.. Σημασία έχει να σωθώ εγώ που πνίγομαι. Κι αν δε γίνεται, παρακαλώ να πνίγουν όλοι μαζί μου.

Όπως προανέφερα, το συγκεκριμένο σχόλιο είναι απλά μια αφορμή.
Πόσοι από εμάς (ειλικρινά) έχουμε την απαίτηση καθημερινά να μας σώσουν οι άλλοι, με όποιο τρόπο μπορούν, γιατί επιλέξαμε «νερά» που δεν καταφέρνουμε να τα κολυμπήσουμε; «Δεν πειράζει που δε θα έχω λεφτά όταν γεράσω, θα με φροντίσουν τα παιδιά μου..Δε θέλω να πιάσω δουλειά χαμηλότερου επιπέδου από αυτή που είχα, θα με φροντίζουν οι γονείς μου, οι φίλοι μου, η σχέση μου..»

Μας είναι τόσο δύσκολο να σκεφτούμε ότι ο μόνος άνθρωπος που «έχουμε στα χέρια μας» και λειτουργεί πάντα όπως εμείς θέλουμε, είναι ο εαυτός μας. Σε αυτόν οφείλουμε και από αυτόν έχουμε να απαιτούμε. Όλο το άλλο είναι κακομαθησιά.
Μήπως χρησιμοποιούμε τους άλλους ως δικαιολογία στην «αδυναμία» που μας έχουν θρέψει, ώστε να πρέπει πάντα να εξαρτόμαστε; Να μπορούμε όταν το «επιθυμητό»/η «ανάγκη» δεν εκπληρώνεται, να τους κατηγορούμε;
Δεν είναι κακό να αποφασίζεις να ρισκάρεις, απλά να έχεις πάρει από πριν την ευθύνη της (όποιας) αποτυχίας σου. Είναι θέμα προσωπικής ευθύνης.


βλέμματα

(το έχω ξαναπεί ότι) δουλεύω στο κέντρο. Κοντά στην κεντρική κρεαταγορά. Περπατάω λίγο (γύρω στα 10′) για να φτάσω στο γραφείο από το μετρό ή το πάρκινγκ, κάνω και δύο στάσεις για καφέ και τσιγάρα. Σε σύνολο να είναι εικοσάλεπτο που βρίσκομαι στους δρόμους μεταξύ πλατείας Κλαυθμώνος, Αριστείδου, Ευριπίδου, Αιόλου και Σοφοκλέους. Κόσμος (ευτυχώς) κυκλοφορεί αρκετός ακόμη. Παρά τη ζέστη, τα κλειστά (κατά το πλείστον) μαγαζιά, τους «ξένους» και τους μπατσούληδες (με υποκοριστικό, γιατί στην εδώ περιοχή ξαμολάνε κάτι 18ρικα, τρομαγμένα).
Σε αυτήν την τόσο μικρή διαδρομή, τα βλέμματα του κόσμου είναι πολλά. Και φοβισμένα. Πολύ φοβισμένα. Και καχύποπτα. Προς ΟΛΟΥΣ. Κυριολεκτικά. Τρομαγμένα γιατί, τη στιγμή που περνάς έχουν σκύψει να δώσουν χρήματα σε κάποιο ζητιάνο, έχουν ψωνίσει κάτι από κάποιον μικροπωλητή, είναι σταματημένοι και κοιτούν σε κάποιο μαγαζί, μόλις έχουν ψωνίσει, απλά τους κοίταξες ευθεία μέσα στα μάτια.
Όλοι. Όλους. Φοβισμένοι και καχύποπτοι για το αν θα με κλέψεις, αν θα σε κλέψω, αν θα με χτυπήσεις, αν θα σε χτυπήσω, αν θα με κρίνεις, αν θα σε κρίνω. Ποιος είσαι; Ποιος είμαι;
Άλλαξαν τα βλέμματά μας. Είναι χαμηλά και σκοτεινά. Είναι ο προδότης μας. Ο φόβος μας. Η ενοχή μας. Αφεθήκαμε να ζούμε στην τρομολαγνεία της εποχής. Να μη θέλουμε να έχουμε ψηλά το κεφάλι. Μην ανταλλάξουμε βλέμμα με κάποιον και καταλάβει τις σκέψεις μας.


Κατάντια

Και ξαφνικά έρχεται και μας χτυπά την πόρτα η «κατάντια»..
«Δεν υπάρχουν λεφτά πουθενά. Δε θα πάρετε σύνταξη. Δε φτάνουν τα λεφτά να καλυφθούν τα επιδόματα ανεργίας. Δε γίνεται να καλυφθούν ιατροφαρμακευτικές ανάγκες. Δεν μπορούμε να τυπώσουμε βιβλία για τα σχολεία, να καλύψουμε ανάγκες θέρμανσης και βασικού εξοπλισμού. Δεν, δεν, δεν..»
Και το μόνο που μας νοιάζει είναι να τρέξουμε, πάλι ο καθένας για τον εαυτό του, να σώσουμε αυτό που μας καίει. Άλλος να προλάβει να φύγει με εθελούσια και να σώσει τη σύνταξή του. Άλλος να βρει μια δουλειά χωρίς ένσημα για να μη χάσει και το ταμείο ανεργίας. Άλλος να κατηγορήσει τον δίπλα του που έχει (ή δεν έχει) να φάει – δεν κάνει διαφορά, γιατί είναι διαφορετικός.
Τελικά περισσότερο απ’ όλα αυτό φοβόμαστε το διαφορετικό. Αυτό που μας ξεβολεύει. Καμία πρόθεση ευελιξίας και αλλαγής.
Δεν καταλαβαίνουμε ότι η κατάντια είναι δική μας. Ότι εμείς την επιλέξαμε. Ότι εμείς δεν την αποτρέψαμε με τον τρόπο μας.
Δε θέλουμε να δούμε ότι οι κοινωνίες κάποια στιγμή ωριμάζουν, πέφτουν και στη συνέχεια σαπίζουν. Προτιμάμε να επιμηκύνουμε το μέσο όρο ζωής μας, μένοντας στη συντήρηση του -όμορφα διαμορφωμένου κοινωνικού – ψυγείου μας, από το να βγούμε και να δοκιμάσουμε πόσο αναζωογονητικό είναι το διαφορετικό.