ο ροζ ελέφαντας

Θεωρώ ότι ζούμε ίσως στην πιο κατευθυνόμενη εποχή μετά τις Σταυροφορίες. Οι μόνες διαφορές είναι ότι θρησκεία είναι πλέον το χρήμα και ότι ως μάγισσες ονοματίζονται/χαρακτηρίζονται (κατά περίπτωση) οι πάσης φύσεως «αντισυστημικοί». Αν δεν συμπράττεις με το όποιο σύστημα θα ριχτείς στην πυρά παρουσία όλων (κυριολεκτικά μέσω των ΜΜΕ) για παραδειγματισμό και στο τέλος όλοι θα πανηγυρίσουν ανακουφισμένοι που σώθηκαν. Κάποιοι, αν τους δοθεί η ευκαιρία, θα έρθουν να φτύσουν στις στάχτες σου για να εκτονώσουν και την τελευταία ρανίδα θυμού τους, που προσπάθησες να τους μολύνεις και να τους ταράξεις τη ζωή.

Δεν είμαι τρομολάγνος, αλλά σήμερα το πρωί έμαθα ότι, κάπου στον ουρανό της Ελλάδας, εντοπίστηκε να πετάει ένας – αόρατος με γυμνό μάτι – τεράστιος ροζ ελέφαντας, ο οποίος χέζει κάτι τεράστιες πορτοκαλοκίτρινες κουράδες.
Καθώς ο τεράστιος ροζ ελέφαντας είναι σοφός, οι τεράστιες πορτοκαλοκίτρινες κουράδες θα καταλήγουν μόνο σε όσους δεν μπορούν να τον δουν.
ΠΡΟΣΟΧΗ όμως! Ούτε οι τεράστιες πορτοκαλοκίτρινες κουράδες φαίνονται με γυμνό μάτι. Παρόλα αυτά όποιος εντοπιστεί με λεκέ πορτοκαλοκίτρινης κουράδας επάνω του, θα χαρακτηρίζεται ως μολυσμένος και θα συλλαμβάνεται επί τόπου.
Ο νοών νοείτω.


χωρίς αίμα

«Πώς τολμάς και προχωράς εκεί έξω και στέκεσαι χωρίς εμένα; Εμένα που έδωσα τη ζωή μου να σε μεγαλώσω. Τα καλύτερά μου χρόνια. Που δεν ήξερα πώς θα είναι όλο αυτό. Που ζούσα με την ελπίδα ότι πάντα θα μου ανήκεις. Γιατί μου ανήκεις. Θες δε θες. Σε μένα το χρωστάς που είσαι αυτή τη στιγμή εδώ. Κι ας μην ήξερα πώς θα είναι όλο αυτό τότε. Πού θα στηριχτώ εγώ τώρα που αποφάσισες να φύγεις; Πώς μπορεί να μην είμαι εγώ ακόμη ο πιο σημαντικός άνθρωπος για σένα; Να είσαι εδώ όποτε εγώ έχω ανάγκη να στηριχτώ κάπου; Μου χρωστάς. Μου χρωστάς τη δική μου στέρηση στην ευχαρίστηση. Τον δικό μου κρίνο. Κι έχεις να σηκώσεις το σταυρό σου για αυτό. Το σταυρό που σήκωσα κι εγώ πριν από σένα. Να μου δώσεις εσύ την αγκαλιά που κι εγώ στερήθηκα. Κι ας μην στην έδωσα ποτέ. Πώς να στη δώσω; Αφού δεν ήξερα. Δεν έμαθα πώς είναι να σε παίρνουν αγκαλιά. Και αλήθεια είναι πώς δεν προσπάθησα ποτέ να με αγκαλιάσω ούτε εγώ. Πώς να αγαπήσεις τον εαυτό σου όταν προσπαθείς από τα μικράτα σου να κοιτάξεις τον άλλο στα μάτια κι αυτός σε αποφεύγει; Γιατί φοβάται, μην τον προδώσουν τα δικά του μάτια; Αυτήν την αγκαλιά που δεν πήρα την περιμένω από σένα. Και θα την περιμένω πάντα. Γιατί όταν ήσουν μικρό παιδί αυτό έκανα. Έπαιρνα τις αγκαλιές που εσύ φειδωλά μου μοίραζες. Αγνές αγκαλίες. Γεμάτες συναίσθημα. Ατόφιο συναίσθημα. Αυθόρμητο. Χωρίς να μου ζητάς κάτι πίσω. Αυτό που διψούσα κι εγώ να πάρω και δεν το κατάφερα ποτέ. Αυτό που αισθανόμουν ότι οι άλλοι έπαιρναν απλόχερα από μένα. Σα να με ρουφούσαν. Και με ρουφούσαν. Και έμεινα στη ζωή χωρίς στάλα αίμα. Και ξαφνικά ήρθες εσύ και άρχισα να ζωντανεύω. Άρχισαν να ξαναγεμίζουν αίμα οι φλέβες μου. Πώς τολμάς λοιπόν και φεύγεις; Πώς με αφήνεις να αδειάσω ξανά; Πρέπει να μείνεις εδώ και να με στηρίξεις. Να μου δώσεις το αίμα που χρειάζομαι. Έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ζήσεις κι εσύ χωρίς αίμα.»


προσωπική ευθύνη

Όπως συμβαίνει συχνά, σε όλους που ασχολούνται ή έχουν μπλογκ, μπήκα και έγραψα σχόλια σε πόστ που ανέβασε πρόσφατα μια φίλη και έβαλα το (μαγικό) τσεκ στο να λάμβανω τα σχόλια που αναρτώνται για το εν λόγω πόστ. Ένα από αυτά τα σχόλια είναι ο λόγος που με έκανε να γράψω σήμερα αυτό που διαβάζετε.
Μπήκε λοιπόν μια κοπέλα και με αφορμή το πόσο οι άνθρωποι γύρω μας, δεν ασχολούνται με το αν ζεις ή αν πεθαίνεις -είτε σου έχει συμβεί κάτι είτε όχι, δεν είναι αυτό το θέμα- έγραψε (ακριβής μεταφορά): «Γιά κάποια στιγμή σκέφτηκα «μπα μιθοπλασία θα’ναι» αλλά μετά απο δευτερόλεπτά μου’ ρθαν στο μυαλό οι αναμνήσεις απο τις διακοπές μου το καλοκαίρι του 7 που λόγο των κυμμάτων παραλίγο να πνιγώ στην Σάμο κ ενώ ήμουν ένα βήμα απο την ακτή τα κύματα με τράβαγαν κάτω κ κανείς δεν με βοηθούσε! Το αγόρι μου προσπαθούσε να με φτάσει γιατί ήταν πιο μέσα κ δεν μπορούσε. Δεν ξέρω καλό κολύμπι γιαυτό κ πήγα να βγώ, γιατί ένοιωθα οτι δεν το’χα. Αφού τα κύμματα με τράβηξαν τρεις φορές στον βυθό κ γθάρθιηα όπου υπήρχε δέρμα.. την τέταρτη φορά μεφτασε. Νόμιζα οτι θα πεθάνω. Δεν κουνήθηκε άνθρωπος. Ανέβηκα τις σκάλες στο κοντινό ταβερνάκι κ ζήτησα το νούμερο του ραδιοταξί. Η απάντηση? ‘Δεν θα’ρθουν τέτοια ώρα’. Με κοίταζαν απο πάνω μέχρι κάτω λες κ ήμουν πουτάνα. Δεν έχω νοιώσει μεγαλύτερη ξεφτίλα στη ζωή μου! Μετά απο αυτές τις σκέψεις.. ναι δεν θα μου κανε εντύπωση να’ναι αλήθεια!».
Δέχομαι λοιπόν ότι είμαστε απάνθρωποι και αδιάφοροι. Δε θέλουμε να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας. Όχι δεν μπορούμε. Δε θέλουμε. Το δέχομαι.

Θα ήθελα όμως να θέσω το εξής ερώτημα: για ποιο καλό λόγο, ένας άνθρωπος, ο οποίος (στην προκειμένη πάντα περίπτωση) δε γνωρίζει καλό μπάνιο, μπαίνει στη θάλασσα με κύμα και του φταίει ο άλλος (ο όποιος άλλος και ο σύντροφός του ακόμη) που δε δείχνει την προθυμία να πάει να τον σώσει; Με πόση επίγνωση, του πόσο καλός κολυμβητής είναι, μπήκε στη θάλασσα; Πώς ρίχνει ευθύνες στους υπόλοιπους όταν δεν έχει εξ αρχής πάρει τη δική του ευθύνη; Γνωρίζει – ως μέτριος κολυμβητής, τι σημαίνει προσπαθώ να σώσω κάποιον που πνίγεται και πόσο επικίνδυνο είναι και για τους δύο, αν κι ο «εθελοντής» διασώστης, δεν έχει τουλάχιστον κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις; Ότι, επίσης, πρέπει να είναι σε αρκετά καλή φυσική κατάσταση προκειμένου να μην πάμε και οι δύο άπατοι;
Φαντάζομαι δεν έχει σημασία.. Σημασία έχει να σωθώ εγώ που πνίγομαι. Κι αν δε γίνεται, παρακαλώ να πνίγουν όλοι μαζί μου.

Όπως προανέφερα, το συγκεκριμένο σχόλιο είναι απλά μια αφορμή.
Πόσοι από εμάς (ειλικρινά) έχουμε την απαίτηση καθημερινά να μας σώσουν οι άλλοι, με όποιο τρόπο μπορούν, γιατί επιλέξαμε «νερά» που δεν καταφέρνουμε να τα κολυμπήσουμε; «Δεν πειράζει που δε θα έχω λεφτά όταν γεράσω, θα με φροντίσουν τα παιδιά μου..Δε θέλω να πιάσω δουλειά χαμηλότερου επιπέδου από αυτή που είχα, θα με φροντίζουν οι γονείς μου, οι φίλοι μου, η σχέση μου..»

Μας είναι τόσο δύσκολο να σκεφτούμε ότι ο μόνος άνθρωπος που «έχουμε στα χέρια μας» και λειτουργεί πάντα όπως εμείς θέλουμε, είναι ο εαυτός μας. Σε αυτόν οφείλουμε και από αυτόν έχουμε να απαιτούμε. Όλο το άλλο είναι κακομαθησιά.
Μήπως χρησιμοποιούμε τους άλλους ως δικαιολογία στην «αδυναμία» που μας έχουν θρέψει, ώστε να πρέπει πάντα να εξαρτόμαστε; Να μπορούμε όταν το «επιθυμητό»/η «ανάγκη» δεν εκπληρώνεται, να τους κατηγορούμε;
Δεν είναι κακό να αποφασίζεις να ρισκάρεις, απλά να έχεις πάρει από πριν την ευθύνη της (όποιας) αποτυχίας σου. Είναι θέμα προσωπικής ευθύνης.


Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Ένας χρόνος πέρασε από τη γνωστή μέρα που η αστυνομία και το κράτος αποφάσισαν να ξεφορτωθούν τα χιλιάδες δακρυγόνα, που είχαν λήξει,  σε όλους τους παρευρισκόμενους στην πλατεία Συντάγματος και τις γύρω γειτονιές.
Από τα αγαπημένα τραγούδια όλων όσων ήμασταν εκεί, μέρες και νύχτες, ήταν αυτό του Ξυλούρη «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί».
Όχι τυχαία. Πέρυσι υπήρχε στόχος ορατός. Για όλους. Οι οχτροί ήταν αυτοί που μας έκαναν κακό. Μας απέλυαν. Μας έβαζαν πρόσθετους φόρους. Μας μείωναν τους μισθούς. Μας ψέκαζαν. Μας χτυπούσαν. .
Και πέρασε ο χρόνος. Κι ο στόχος έπαψε να είναι τόσο ξεκάθαρος. Έπαψε να είναι κοινός. Καλώς. Έπρεπε να γίνει ατομικός, να μεταλλαχτεί και να ξαναδυναμώσει. Να πάρει ο καθένας το «παρακάτω» του, να το ενώσει ξανά με τους άλλους και να το προσπαθήσουμε. Ξανά.
Κι όμως, ο στόχος χάθηκε κάπου στην πορεία.. Φυσιολογικό. Ανθρώπινο. Μας ρούφηξε η καθημερινότητα. Η μικροκοινωνία μας. Ξεχαστήκαμε. Κουραστήκαμε.
Και μείναμε να κοιτάμε αποσβολωμένοι τους γύρω. Αρχίσαμε να φοβόμαστε τους δίπλα. Αμφιβάλλουμε ακόμη και για τις σκέψεις μας. Καταλήξαμε να κάνουμε συγκρίσεις. «Εγώ έκανα αυτό. Εσείς οι άλλοι όχι.» «Δε θα κατέβω ξανά σε συγκέντρωση γιατί αυτοί που έχουν πραγματικό (;) πρόβλημα, δε συμμετέχουν..» «Γιατί προσπαθούμε λίγοι και όχι όλοι;» Και εχθρευόμαστε τους άλλους. Τους διαφορετικούς από εμάς. Και μας πνίγει το παράπονο. Και δημιουργούμε «κάστες». Εμείς που προσπαθούμε, είμαστε καλοί. Οι άλλοι είναι αδιάφοροι. Η λεπτή γραμμή που ξεπερνιέται καθημερινά από όλους μας. Η προσπάθεια να φανούμε ότι κάτι κάνουμε «καλά». Σε ποιον; Για ποιον;

Και φτάσαμε τελικά να γίνουμε εμείς οι οχτροί. Όχι της πόλης. Του εαυτού μας.


βλέμματα

(το έχω ξαναπεί ότι) δουλεύω στο κέντρο. Κοντά στην κεντρική κρεαταγορά. Περπατάω λίγο (γύρω στα 10′) για να φτάσω στο γραφείο από το μετρό ή το πάρκινγκ, κάνω και δύο στάσεις για καφέ και τσιγάρα. Σε σύνολο να είναι εικοσάλεπτο που βρίσκομαι στους δρόμους μεταξύ πλατείας Κλαυθμώνος, Αριστείδου, Ευριπίδου, Αιόλου και Σοφοκλέους. Κόσμος (ευτυχώς) κυκλοφορεί αρκετός ακόμη. Παρά τη ζέστη, τα κλειστά (κατά το πλείστον) μαγαζιά, τους «ξένους» και τους μπατσούληδες (με υποκοριστικό, γιατί στην εδώ περιοχή ξαμολάνε κάτι 18ρικα, τρομαγμένα).
Σε αυτήν την τόσο μικρή διαδρομή, τα βλέμματα του κόσμου είναι πολλά. Και φοβισμένα. Πολύ φοβισμένα. Και καχύποπτα. Προς ΟΛΟΥΣ. Κυριολεκτικά. Τρομαγμένα γιατί, τη στιγμή που περνάς έχουν σκύψει να δώσουν χρήματα σε κάποιο ζητιάνο, έχουν ψωνίσει κάτι από κάποιον μικροπωλητή, είναι σταματημένοι και κοιτούν σε κάποιο μαγαζί, μόλις έχουν ψωνίσει, απλά τους κοίταξες ευθεία μέσα στα μάτια.
Όλοι. Όλους. Φοβισμένοι και καχύποπτοι για το αν θα με κλέψεις, αν θα σε κλέψω, αν θα με χτυπήσεις, αν θα σε χτυπήσω, αν θα με κρίνεις, αν θα σε κρίνω. Ποιος είσαι; Ποιος είμαι;
Άλλαξαν τα βλέμματά μας. Είναι χαμηλά και σκοτεινά. Είναι ο προδότης μας. Ο φόβος μας. Η ενοχή μας. Αφεθήκαμε να ζούμε στην τρομολαγνεία της εποχής. Να μη θέλουμε να έχουμε ψηλά το κεφάλι. Μην ανταλλάξουμε βλέμμα με κάποιον και καταλάβει τις σκέψεις μας.


Κατάντια

Και ξαφνικά έρχεται και μας χτυπά την πόρτα η «κατάντια»..
«Δεν υπάρχουν λεφτά πουθενά. Δε θα πάρετε σύνταξη. Δε φτάνουν τα λεφτά να καλυφθούν τα επιδόματα ανεργίας. Δε γίνεται να καλυφθούν ιατροφαρμακευτικές ανάγκες. Δεν μπορούμε να τυπώσουμε βιβλία για τα σχολεία, να καλύψουμε ανάγκες θέρμανσης και βασικού εξοπλισμού. Δεν, δεν, δεν..»
Και το μόνο που μας νοιάζει είναι να τρέξουμε, πάλι ο καθένας για τον εαυτό του, να σώσουμε αυτό που μας καίει. Άλλος να προλάβει να φύγει με εθελούσια και να σώσει τη σύνταξή του. Άλλος να βρει μια δουλειά χωρίς ένσημα για να μη χάσει και το ταμείο ανεργίας. Άλλος να κατηγορήσει τον δίπλα του που έχει (ή δεν έχει) να φάει – δεν κάνει διαφορά, γιατί είναι διαφορετικός.
Τελικά περισσότερο απ’ όλα αυτό φοβόμαστε το διαφορετικό. Αυτό που μας ξεβολεύει. Καμία πρόθεση ευελιξίας και αλλαγής.
Δεν καταλαβαίνουμε ότι η κατάντια είναι δική μας. Ότι εμείς την επιλέξαμε. Ότι εμείς δεν την αποτρέψαμε με τον τρόπο μας.
Δε θέλουμε να δούμε ότι οι κοινωνίες κάποια στιγμή ωριμάζουν, πέφτουν και στη συνέχεια σαπίζουν. Προτιμάμε να επιμηκύνουμε το μέσο όρο ζωής μας, μένοντας στη συντήρηση του -όμορφα διαμορφωμένου κοινωνικού – ψυγείου μας, από το να βγούμε και να δοκιμάσουμε πόσο αναζωογονητικό είναι το διαφορετικό.


Περί σημαντικότητας της ανθρώπινης ζωής

Αυτοκτόνησε ένας άνθρωπος μέσα στο σπίτι μας. Αυτό είναι το πιο σοκαριστικό απ’όλα. Ότι συνέβη δίπλα μας. Ότι το είδαμε. Το μυρίσαμε. Η μόνη διαφορά από τους τόσους ανθρώπους που αυτοκτονούν, σχεδόν καθημερινά, για τους ίδιους (ανεξήγητους σχεδόν πάντα) λόγους.

Και πέφτουμε όλοι στην παγίδα να ψάχνουμε γιατί το έκανε και όχι στη σημαντικότητα του ότι μία ανθρώπινη ζωή έφυγε. Είναι λυτρωτικός ο λόγος – όποιος κι αν είναι – για όσους μένουμε πίσω. Λυτρωτικός  στο να καλύψουμε τη δική μας ενοχή.  Για τη μη-συμμετοχή ή τη συμβολή μας στο συγκεκριμένο «συμβάν».

Πόσοι άνθρωποι «φεύγουν» καθημερινά γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς; Τόσο απλά. Γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.  Αυτό θεωρώ εγώ. Δεν είμαι ψυχολόγος για να το εξηγήσω ή να το κρίνω και δεν είναι αυτός ο στόχος μου.
Απλά αυτό που ξέρω είναι ότι όταν φτάσεις να ψάχνεις το γιατί κάποιος αυτοκτονεί δίπλα σου, είναι σα να μην καταλαβαίνεις ότι είσαι ένα από τα δάκτυλα του χεριού που κρατούσαν το όπλο.
Έχεις ήδη χάσει το νόημα του πόσο σημαντική είναι η ζωή από μόνη της.  Χωρίς αιτιολόγηση.