Monthly Archives: Ιουνίου 2012

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Ένας χρόνος πέρασε από τη γνωστή μέρα που η αστυνομία και το κράτος αποφάσισαν να ξεφορτωθούν τα χιλιάδες δακρυγόνα, που είχαν λήξει,  σε όλους τους παρευρισκόμενους στην πλατεία Συντάγματος και τις γύρω γειτονιές.
Από τα αγαπημένα τραγούδια όλων όσων ήμασταν εκεί, μέρες και νύχτες, ήταν αυτό του Ξυλούρη «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί».
Όχι τυχαία. Πέρυσι υπήρχε στόχος ορατός. Για όλους. Οι οχτροί ήταν αυτοί που μας έκαναν κακό. Μας απέλυαν. Μας έβαζαν πρόσθετους φόρους. Μας μείωναν τους μισθούς. Μας ψέκαζαν. Μας χτυπούσαν. .
Και πέρασε ο χρόνος. Κι ο στόχος έπαψε να είναι τόσο ξεκάθαρος. Έπαψε να είναι κοινός. Καλώς. Έπρεπε να γίνει ατομικός, να μεταλλαχτεί και να ξαναδυναμώσει. Να πάρει ο καθένας το «παρακάτω» του, να το ενώσει ξανά με τους άλλους και να το προσπαθήσουμε. Ξανά.
Κι όμως, ο στόχος χάθηκε κάπου στην πορεία.. Φυσιολογικό. Ανθρώπινο. Μας ρούφηξε η καθημερινότητα. Η μικροκοινωνία μας. Ξεχαστήκαμε. Κουραστήκαμε.
Και μείναμε να κοιτάμε αποσβολωμένοι τους γύρω. Αρχίσαμε να φοβόμαστε τους δίπλα. Αμφιβάλλουμε ακόμη και για τις σκέψεις μας. Καταλήξαμε να κάνουμε συγκρίσεις. «Εγώ έκανα αυτό. Εσείς οι άλλοι όχι.» «Δε θα κατέβω ξανά σε συγκέντρωση γιατί αυτοί που έχουν πραγματικό (;) πρόβλημα, δε συμμετέχουν..» «Γιατί προσπαθούμε λίγοι και όχι όλοι;» Και εχθρευόμαστε τους άλλους. Τους διαφορετικούς από εμάς. Και μας πνίγει το παράπονο. Και δημιουργούμε «κάστες». Εμείς που προσπαθούμε, είμαστε καλοί. Οι άλλοι είναι αδιάφοροι. Η λεπτή γραμμή που ξεπερνιέται καθημερινά από όλους μας. Η προσπάθεια να φανούμε ότι κάτι κάνουμε «καλά». Σε ποιον; Για ποιον;

Και φτάσαμε τελικά να γίνουμε εμείς οι οχτροί. Όχι της πόλης. Του εαυτού μας.

Advertisements

βλέμματα

(το έχω ξαναπεί ότι) δουλεύω στο κέντρο. Κοντά στην κεντρική κρεαταγορά. Περπατάω λίγο (γύρω στα 10′) για να φτάσω στο γραφείο από το μετρό ή το πάρκινγκ, κάνω και δύο στάσεις για καφέ και τσιγάρα. Σε σύνολο να είναι εικοσάλεπτο που βρίσκομαι στους δρόμους μεταξύ πλατείας Κλαυθμώνος, Αριστείδου, Ευριπίδου, Αιόλου και Σοφοκλέους. Κόσμος (ευτυχώς) κυκλοφορεί αρκετός ακόμη. Παρά τη ζέστη, τα κλειστά (κατά το πλείστον) μαγαζιά, τους «ξένους» και τους μπατσούληδες (με υποκοριστικό, γιατί στην εδώ περιοχή ξαμολάνε κάτι 18ρικα, τρομαγμένα).
Σε αυτήν την τόσο μικρή διαδρομή, τα βλέμματα του κόσμου είναι πολλά. Και φοβισμένα. Πολύ φοβισμένα. Και καχύποπτα. Προς ΟΛΟΥΣ. Κυριολεκτικά. Τρομαγμένα γιατί, τη στιγμή που περνάς έχουν σκύψει να δώσουν χρήματα σε κάποιο ζητιάνο, έχουν ψωνίσει κάτι από κάποιον μικροπωλητή, είναι σταματημένοι και κοιτούν σε κάποιο μαγαζί, μόλις έχουν ψωνίσει, απλά τους κοίταξες ευθεία μέσα στα μάτια.
Όλοι. Όλους. Φοβισμένοι και καχύποπτοι για το αν θα με κλέψεις, αν θα σε κλέψω, αν θα με χτυπήσεις, αν θα σε χτυπήσω, αν θα με κρίνεις, αν θα σε κρίνω. Ποιος είσαι; Ποιος είμαι;
Άλλαξαν τα βλέμματά μας. Είναι χαμηλά και σκοτεινά. Είναι ο προδότης μας. Ο φόβος μας. Η ενοχή μας. Αφεθήκαμε να ζούμε στην τρομολαγνεία της εποχής. Να μη θέλουμε να έχουμε ψηλά το κεφάλι. Μην ανταλλάξουμε βλέμμα με κάποιον και καταλάβει τις σκέψεις μας.


Κατάντια

Και ξαφνικά έρχεται και μας χτυπά την πόρτα η «κατάντια»..
«Δεν υπάρχουν λεφτά πουθενά. Δε θα πάρετε σύνταξη. Δε φτάνουν τα λεφτά να καλυφθούν τα επιδόματα ανεργίας. Δε γίνεται να καλυφθούν ιατροφαρμακευτικές ανάγκες. Δεν μπορούμε να τυπώσουμε βιβλία για τα σχολεία, να καλύψουμε ανάγκες θέρμανσης και βασικού εξοπλισμού. Δεν, δεν, δεν..»
Και το μόνο που μας νοιάζει είναι να τρέξουμε, πάλι ο καθένας για τον εαυτό του, να σώσουμε αυτό που μας καίει. Άλλος να προλάβει να φύγει με εθελούσια και να σώσει τη σύνταξή του. Άλλος να βρει μια δουλειά χωρίς ένσημα για να μη χάσει και το ταμείο ανεργίας. Άλλος να κατηγορήσει τον δίπλα του που έχει (ή δεν έχει) να φάει – δεν κάνει διαφορά, γιατί είναι διαφορετικός.
Τελικά περισσότερο απ’ όλα αυτό φοβόμαστε το διαφορετικό. Αυτό που μας ξεβολεύει. Καμία πρόθεση ευελιξίας και αλλαγής.
Δεν καταλαβαίνουμε ότι η κατάντια είναι δική μας. Ότι εμείς την επιλέξαμε. Ότι εμείς δεν την αποτρέψαμε με τον τρόπο μας.
Δε θέλουμε να δούμε ότι οι κοινωνίες κάποια στιγμή ωριμάζουν, πέφτουν και στη συνέχεια σαπίζουν. Προτιμάμε να επιμηκύνουμε το μέσο όρο ζωής μας, μένοντας στη συντήρηση του -όμορφα διαμορφωμένου κοινωνικού – ψυγείου μας, από το να βγούμε και να δοκιμάσουμε πόσο αναζωογονητικό είναι το διαφορετικό.