Αρχεία Συγγραφέα: tsouhtra

About tsouhtra

μόνο να μην καταπιώ το σάλιο μου...

Περί σημαντικότητας της ανθρώπινης ζωής

Αυτοκτόνησε ένας άνθρωπος μέσα στο σπίτι μας. Αυτό είναι το πιο σοκαριστικό απ’όλα. Ότι συνέβη δίπλα μας. Ότι το είδαμε. Το μυρίσαμε. Η μόνη διαφορά από τους τόσους ανθρώπους που αυτοκτονούν, σχεδόν καθημερινά, για τους ίδιους (ανεξήγητους σχεδόν πάντα) λόγους.

Και πέφτουμε όλοι στην παγίδα να ψάχνουμε γιατί το έκανε και όχι στη σημαντικότητα του ότι μία ανθρώπινη ζωή έφυγε. Είναι λυτρωτικός ο λόγος – όποιος κι αν είναι – για όσους μένουμε πίσω. Λυτρωτικός  στο να καλύψουμε τη δική μας ενοχή.  Για τη μη-συμμετοχή ή τη συμβολή μας στο συγκεκριμένο “συμβάν”.

Πόσοι άνθρωποι “φεύγουν” καθημερινά γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς; Τόσο απλά. Γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.  Αυτό θεωρώ εγώ. Δεν είμαι ψυχολόγος για να το εξηγήσω ή να το κρίνω και δεν είναι αυτός ο στόχος μου.
Απλά αυτό που ξέρω είναι ότι όταν φτάσεις να ψάχνεις το γιατί κάποιος αυτοκτονεί δίπλα σου, είναι σα να μην καταλαβαίνεις ότι είσαι ένα από τα δάκτυλα του χεριού που κρατούσαν το όπλο.
Έχεις ήδη χάσει το νόημα του πόσο σημαντική είναι η ζωή από μόνη της.  Χωρίς αιτιολόγηση.


Σκέψεις #3 (ασυδοσία)

Οι άνθρωποι είμαστε τελικά αχόρταγα όντα. Όσο περισσότερα μας δίνουν τόσο περισσότερα ζητάμε. Και ζητάμε με πολλούς τρόπους. Είτε υλικούς είτε συναισθηματικούς. Αποδείξεις. Αποδείξεις που θα μας κάνουν να αισθανθούμε ασφαλείς, ότι ο άλλος μας σκέφτεται. Συνέχεια. Ότι είμαστε από τα σημαντικά του θέματα μέσα στην ημέρα. Έτσι, για να καλύπτουμε την ανασφάλειά μας. Για να αισθανόμαστε κάποιοι. Σημαντικοί. Να αισθανόμαστε ότι έχουμε τον έλεγχο. Και ζητάμε, ζητάμε, ζητάμε.. Μέχρι να τον εξαντλήσουμε. Να εξαντλήσουμε ποιον τελικά;


έτσι, για το κλείσιμο.. (ή το άνοιγμα)

Μια χρονιά γεμάτη αγωνίες. Όχι μόνο κοινωνικό-πολιτικές αλλά και προσωπικές. Μία χρονιά που όλα θα μπορούσαν να έχουν έρθει τούμπα, αλλά το καταφέραμε να μείνουν ως έχουν ή και λίγο χειρότερα..
Η χρονιά που καταφέραμε να αντιδράσουμε – κάποιοι από εμάς – και τελικά να το πετάξουμε/αποποιηθούμε σα να ήταν μείασμα.. όχι γιατί ήταν ή δεν το θέλαμε. Αλλά γιατί δεν ξέραμε να το πάμε παρακάτω..
“Και τώρα τι; Τι άλλο μου ζητείται να κάνω;” Και ξαφνικά φόβος και κενό. Σα να μην είχαμε κάνει τίποτα. Σα να μη φτάσαμε κάπου. Σα να έπρεπε να έχουμε δώσει τη λύση από την αρχή κιόλας. Χωρίς υπομονή. Χωρίς ελπίδα.
Έτσι έχουμε μάθει. Να πιστεύουμε ότι για να έχει πετύχει κάτι πρέπει και να έχει ολοκληρωθεί βάση των όσων μέχρι τώρα μας έχουν μάθει. Να πρέπει να γίνονται όλα “τέλεια” για να θεωρούνται ολοκληρωμένα.. Το ημιτελές δεν θεωρείται έναυσμα κι αρχή, αλλά τέλος.

Και φτάσαμε στην παραμονή της νέας χρονιάς, και οι ευχές να είναι (όπως πάντα) οι ίδιες: Καλή χρονιά! Ότι καλύτερο σου εύχομαι! Να φύγει επιτέλους αυτή η άθλια χρονιά! Όλα θα πάνε καλά..κ.ο.κ. Λες και μέσα σε 5 ή 6 ώρες θα αλλάξει το κισμέτ μας. Από μόνο του.

Εγώ ξέρω δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι ο χρόνος για τον καθένα μας αλλάζει, όταν αλλάζει για κάποιο λόγο σημαντικά η ζωή του και το άλλο ότι ο κάθε άνθρωπος (όπως σοφά έχει πει μια φίλη) είναι ένας ξεχωριστός ανθόκηπος, απλά θα πρέπει να τολμήσει να επιτρέψει στον ευατό του να ανθίσει. Γιατί η αλήθεια είναι ότι το πιο λυπηρό είναι να βλέπεις μπουμπούκια να πεθαίνουν.


Πιο ανασφαλής πεθαίνεις…

Μαθαίνω καθημερινά ιστορίες για το πώς μας αντιμετωπίζουν (τους Έλληνες) στο ή από το εξωτερικό. Είτε ότι μας ζητούν να προπληρώσουμε το φαγητό μας σε εστιατόρια, είτε μας ακυρώνουν δουλειές ήδη κλεισμένες, ή δε μας ασφαλίζουν εμπορεύματα..
Και όλα αυτά λόγω της παρούσας κατάστασης. Δεν είναι απλό θα μου πεις. Είμαστε όλοι (όπως μου αρέσει να λέω μια και είμαι άνθρωπος που αναλαμβάνω τις ευθύνες μου) μέρος της κατάστασης και έχουμε συμβάλλει σε αυτή ο κάθένας με τον τρόπο του και το μερίδιο που του αναλογεί, αλλά δεν μπορεί αν εγώ έχω κάνει το 1/100 από τον εκάστοτε κο Παπανδρέου, να με αντιμετωπίζεις το ίδιο.. Επίσης σε μία εποχή που οι γενικότητες δεν έχουν υπόσταση (όλοι οι Γερμανοί είναι φασίστες, όλοι οι Αλβανοί είναι κλέφτες, όλοι οι Έλληνες είναι λαμόγια και τεμπέληδες), η δύναμη του ατόμου, θα έπρεπε να είναι άλλη. Αλλά απ’ότι καταλαβαίνω οι κοινωνίες, για να επιβιώσουν και να λειτουργήσουν, έχουν την τάση να κλείνουν προς τα μέσα και να μη θέλουν να δουν έξω από τα τετριμμένα τους…

Προτείνω λοιπόν να απαγορεύσουμε την είσοδο στη χώρα σε όλους και να προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε μόνοι μας. Να ξεπεράσουμε την ανασφάλειά μας ότι χωρίς τον ξένο τουρισμό δε θα μπορέσουμε να έχουμε έσοδα. Να μην ξανακαταναλώσουμε προϊόντα εισαγωγής. Να μπορέσουμε να επιβιώσουμε με τα τοπικά προϊόντα. Να αλληλοβοηθηθούμε, αφού σεβαστούμε οι Έλληνες τους Έλληνες. Κι αυτό θα επιτευχθεί μόνο αν ο ξενοδόχος με χρεώσει όσο θα χρέωνε τον ξένο (έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι θα μου πει να κλείσω νωρίτερα), ο παραγωγός μου πουλήσει τα προϊόντα του, όσο θα τα έστελνε στο εξωτερικό και ούτω καθεξής…

Να ξεπεράσουμε την ανασφάλειά μας ότι χωρίς αυτούς δε ζούμε. Να αναγνωρίσουμε την ευκολία με την οποία οι άλλοι μας αντιμετωπίζουν ως μίασμα, όταν θεωρούν ότι πρέπει να προστατευτούν από εμάς και να προστατευτούμε κι εμείς από αυτούς. Να δούμε πώς μπορούμε να τους κάνουμε να πρέπει και αυτοί να αποδείξουν ότι μπορούν να έρχονται στην Ελλάδα. Όχι μόνο εμείς.

Ξέρω ότι η πρόταση είναι μάλλον κλειστοφοβική αλλά ας προσπαθήσουμε να τη δούμε με ανοιχτή την πόρτα και όχι από το ματάκι…


Σκέψεις #2

Φωνάζεις.. Στην αρχή ο άλλος τρομάζει και προσπαθεί αν καταλάβει τι λες. Για ποιο λόγο φωνάζεις. Μετά από λίγο απλά σταματάει να ακούει. Έτσι γίνεται συνήθως. Για να ακουστείς πρέπει να έχεις συγκεκριμένη ένταση στη φωνή σου. Αλλιώς ο άλλος από φόβο ή θυμό παύει να σε ακούει. Αλλά τα νεύρα δεν έχουν ντεσιμπελόμετρο.


Ο ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ ΩΡΙΜΩΝ

Από τον Mario de Andrade
(Ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφο και μουσικολόγο από τη Βραζιλία).

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει έως τώρα…
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…»


Δε θα το κάνω κι ας μπορώ

Κατέβηκα λοιπόν σήμερα στην πορεία για το (παγκόσμιο) κάλεσμα κατά των τραπεζών και των αγορών.
Να σημειώσω εδώ ότι τα τελευταία 3 χρόνια είμαι υπάλληλος σε τράπεζα – ιδιωτική πια, αλλά με σταθερή τη στάμπα του δημοσίου δικαίου. Επίσης να σημειώσω ότι τα φιρμάνια για την έκτακτη εισφορά έχουν αρχίσει και σκάνε μύτη (αλλά απ’ ότι κατάλαβα χωρίς να έχει “ανοίξει” καμία πραγματικά..)
Εχτές λοιπόν το πρωί στο γραφείο, έκανα αγώνα να επιβεβαιώσω ότι όντως μπορεί κάποιος, αν θέλει να “γλυτώσει” το χαράτσι που μας επιβλήθηκε, ιδιαίτερα μετά την είδηση γνωστής εφημερίδας, ότι και να έχεις πληρώσει το ρεύμα η ΔΕΗ θα σου το κόβει αν δεν έχεις πληρώσει την εισφορά.
Σε όλο αυτό προσπαθούσα να “ψήσω” και κάποιους από τους συναδέλφους ότι αν δεν πληρώσουμε όλοι (ή τέλος πάντων όσο πιο πολλοί γίνεται) θα είναι μία σημαντική κίνηση να κοπεί η μαλακία της κυβέρνησης και των παράνομων έκτακτων μέτρων.
Μέχρι που με φώναξε η διευθύνρτια στο γραφείο της να μου ανακοινώσει, ότι ο Βενιζέλος ζήτησε από τις τράπεζες να βοηθήσουν (χωρίς “”) τον κόσμο στην αποπληρωμή των πρόσθετων φόρων και πρέπει να μιλήσουμε άμεσα με τη διαφημιστική μας να μας κάνουν διαφημιστική καμπάνια..
Και ένιωσα κάποιες φλεβίτσες στο κεφάλι μου να σπάνε..
Και διαμαρτυρήθηκα και άκουσα το μαγικό ” ο κόσμος θέλει να πληρώσει. απλά δεν μπορεί και πρέπει να διευκολυνθεί”. Και θύμωσα ακόμη περισσότερο. Και απάντησα: “Ο κόσμος θέλει να πληρώσει;; Μα ο κόσμος δεν αντέχει ούτε άλλο δάνειο, ούτε άλλους φόρους..”

Και επανέρχομαι.. κατέβηκα λοιπόν σήμερα στο παγκόσμιο κάλεσμα για τη συγκέντρωση κατά των αγορών και τραπεζών. Και είδα λιγότερους απ’ότι ήταν στο Σύνταγμα στις 3 Σεπτεμβρίου.. Και από αυτούς που ήρθαν, οι μισοί έφυγαν μετά από λίγη ώρα.. (φαντάζομαι αν ήταν κατάθεση στεφάνου θα είχαν κάτσει και περισσότερο, αλλά δεν είχαν να περιμένουν τον εθνικό ύμνο..).
Θα μου πεις ήταν μεσημέρι Σαββάτου. Σωστά κάτι τα ψώνια, κάτι να προλάβω να πάω να κάνω ένα κούρεμα, ένα νύχι, κάτι να πιω ένα καφέ με τους φίλους μου που δεν προλαβαίνω, μια βουτιά στη θάλλασα γιατί κάτι είπαν ότι από Δευτέρα θα έχει βροχές, κάτι μιλούσε και ο Σαμαράς στη ΔΕΘ.. Όλα ωραία..

Και για να μη νομίζετε ότι οι άλλοι μισοί που έμειναν εκεί ήταν πιο αξιόλογοι όσων έφυγαν (ή δεν ήρθαν), κατά τα γνωστά πέταξαν κάτω και όλα τα σκουπίδια τους, έκαναν και τη φασαρία τους στο αυτόκινητο που πέρασε να καθαρίσει το δρόμο, έκαναν κι ένα δρώμενο και σπίτια τους κι αυτοί. Ο γνωστός μας όμορφος μικρόκοσμος. Αυτός που το εγώ μας είναι το πιο σημαντικό στην πλάση όλη..

Θα το ξαναπώ, δουλεύω σε τράπεζα. Είμαι (ακόμη) ένα υγιείς ιδιωτικός υπάλληλος, που δεν έχω υποστεί μείωση μισθού. Κι όμως το προσπαθώ με κάθε τρόπο γιατί θέλω να ζω σε μία κοινωνία που να είναι αρτιμελής, δημιουργική και λειτουργική. Το προσπαθώ κι ας μην πλήττομαι άμεσα από όλη αυτή την κατάσταση. Κι ας μπορώ να πηγαίνω και για καφέ και για ποτό και για μπάνιο. Και να ξύνομαι αν θέλω το Σάββατό μου.

Τέλος πάντων, αν όντως είστε από αυτούς που θέλουν να πληρώσουν τους φόρους που τους επιβλήθηκαν αλλά δεν μπορείτε πείτε μου. Μπορώ να σας πω τουλάχιστον αν σας συμφέρουν οι τόκοι που θα πληρώσετε.
Εγώ πάλι είμαι από αυτούς που δε θέλω να πληρώσω κανένα πρόσθετο φόρο. Και δε θα το κάνω. Κι ας μπορώ.


Πόσο πιο απάνθρωποι

μπορούμε να γίνουμε όλοι; Ναι όλοι μας. Έχουμε όλοι συμμετοχή στο που έχει φτάσει αυτή η απάνθρωπη κατάσταση. Άλλος γιατί στην προσπάθεια να έχει μια δουλίτσα έγλειψε μια-δυο κατουρημένες ποδιές. Άλλος γιατί ψήφισε το γνωστό του μπατζανάκη του για να υπάρχει ένα μέσο στην ευρύτερη οικογένεια. Άλλος γιατί όλο και κάτι δε δήλωνε στην εφορία ή στο ΙΚΑ ή όπου τέλος πάντων γιατί τα είχε παίξει στο χρηματιστήριο και ξαφνικά δεν έβγαινε. Άλλος γιατί μπορούσε να βγάζει και κάποια μικρή ή μεγάλη μίζα από κάποιες συμφωνίες που έκλεινε. Άλλος γιατί απλά έβλεπε όλα αυτά (και πολλά παραπάνω) να συμβαίνουν γύρω του/δίπλα του και δεν αντιδρούσε.

Και ξαφνικά έρχεται και μας χτυπά την πόρτα η κατάντια. “Δεν υπάρχουν λεφτά πουθενά. Δε θα πάρετε σύνταξη. Δε φτάνουν τα λεφτά να καλυφθούν τα επιδόματα ανεργίας. Δε γίνεται να καλυφθούν ιατροφαρμακευτικές ανάγκες. Δεν μπορούμε να τυπώσουμε βιβλία για τα σχολεία, να καλύψουμε ανάγκες θέρμανσης και βασικού εξοπλισμού. Δεν, δεν, δεν..”
Και το μόνο που μας νοιάζει είναι να τρέξουμε, πάλι ο καθένας για τον εαυτό του, να σώσουμε αυτό που μας καίει. Άλλος να προλάβει να φύγει με εθελούσια και να σώσει τη σύνταξή του. Άλλος να βρει μια δουλειά χωρίς ένσημα για να μη χάσει και το ταμείο ανεργίας. Άλλος να κάνει μία πρόχειρη ασφάλιση μη συμβεί κάτι απρόοπτο. Άλλος να τρέξει να βρει να αγοράσει τα βιβλία για τα παιδιά του..

Και όλα αυτά σωστά, αλλά υπάρχει κάτι που πάνω στην “ανάγκη” μας το ξεχνάμε. Τα προβλήματα δε λύνονται με προσωρινές και σπασμωδικές αντιδράσεις. Θέλει λίγο πιο ευρύ πρίσμα για να αλλάξουν τα πράγματα. Να μπορούμε να δούμε και λίγο παραέξω από το “εμένα”, από το κλειστοφοβικό “εμάς”.

Έτσι είμαστε, ότι δε μας θίγει άμεσα δε θέλουμε να το δούμε. “Γιατί να μπλεχτώ;” είναι η πρώτη   ερώτηση. “Με αφορά;” είναι η δεύτερη. Και η απάντηση συνήθως είναι “Έλα μωρέ.. εγώ θα σώσω τον κόσμο;”
Όχι κανείς μας δε θα σώσει τον κόσμο. Όχι μόνος του. Δεν μπορεί. Μπορεί όμως να τον βελτιώσει. Έστω και από λίγο. Και αυτό αν γίνει από όλους γίνεται ξαφνικά συνολικό. Φεύγει από την ατομικότητα και περνάει σε ένα άλλο επίπεδο. Αυτό της ομαδικότητας. Αρκεί να το θέλει. Να θέλει να προσπαθήσει.
Όλες οι αλλαγές θέλουν συνειδητοποίηση και προσπάθεια. Όχι σταρχιδισμό, αδιαφορία και βόλεμα.

Υ.Γ. Όλοι μας είμαστε συνένοχοι και εξίσου απάνθρωποι σε αυτό που συνέβη σήμερα στη Θεσσαλονίκη. Κρατούσαμε όλοι μαζί τον αναπτήρα που άναψε τη φωτιά που θα “έβγαζε” έναν άνθρωπο από την απελπισία του.


Άνθρωποι είμαστε..

και χανόμαστε. Αλλάζουμε δουλειά, γειτονιά, ταίρι, συνήθειες. Και κατά περιόδους ξανασυναντιόμαστε και με στιγμαία χαρά λέμε μη χαθούμε πάλι, να κανονίσουμε να τα πούμε. Και ξαναχανόμαστε.. Και συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε κατά περιόδους ότι είχαμε πει να βρεθούμε για καφέ με τον τάδε ή την τάδε, αλλά που να τα χωρέσουμε όλα; Εδώ δε βρίσκουμε χρόνο να βρεθούμε με τον εαυτό μας.. Και αφήνουμε τους ανθρώπους να φεύγουν και να χάνονται γιατί δε βοηθούν οι συνθήκες. Απλά έχουμε στο μυαλό μας ότι κάπου θα τους ξαναπετύχουμε – τυχαία πάντα – και θα ξαναχαρούμε (έστω για λίγο), θα ανταλλάξουμε τα νέα μας και θα συνεχίσουμε την επιλεγμένα χωριστή ζωή μας.

Και ξαφνικά μιά μέρα φτάνει η είδηση (από άλλους αντίστοιχα “χαμένους” φίλους/γνωστούς/συναδέλφους), ότι κάποιους δε θα τους ξαναδούμε ποτέ. Ένα μήνυμα φτάνει για να σε ειδοποιήσει ότι ο τάδε πέθανε. Κι εσύ παγώνεις. Και θυμάσαι όλα τα κανονίσματα που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Όχι, δε θα είχε αλλάξει κάτι και να είχατε βρεθεί για ένα καφέ. Απλά ίσως να ήταν λιγότερο το ξάφνιασμα. Λιγότερο το πάγωμα. Μπορεί και όχι..


Σκέψεις #1 (οι σιωπές)

Σημαντικές και γεμάτες σιωπές είναι αυτές που έχουμε ήδη κατανοήσει πως η ευθύνη αυτού του οποίου θα λέγαμε πέφτει στον εαυτό μας και όχι στον άλλον.
Σε αντίθεση με αυτές τις σιωπές μας που δε θέλουμε να εκφραστούμε από φόβο μην αποκαλύψουμε τα συναισθήματά μας και προδώσουμε τον υπέρμετρο εγωισμό μας.

Είναι προτιμότερο να μάθουμε να σωπαίνουμε από το να μη μιλάμε..


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 769 other followers